Γράφει ο Μπρεχτ στο ποίημά του «Πολλοί λατρεύουνε την τάξη» (1933): «Για να φάνε βάζουν τραπεζομάντηλο απάνω στο τραπέζι, αν έχουν, ή σκουπίζουν με το χέρι τους τα ψίχουλα, όταν το χέρι τους δεν είναι κουρασμένο. Αλλά το τραπέζι τους στήνεται, και το σπίτι τους επίσης, σ’ έναν κόσμο που ολοένα βουλιάζει μες στο βούρκο. … Α, τι ωφελεί, χωμένος μέχρι το λαιμό στη λάσπη, να κρατάς τα νύχια των χεριών σου καθαρά;».
Διαβάζοντάς το, μεταφέρομαι νοητά στα πατρικά σπίτια των θεραπευόμενών μου, εκείνων οι οποίοι αφηγούνται πως μεγάλωσαν σε «καθεστώς αριστείας», σε οικογένειες που θύμιζαν αριστοκρατικές, με το savoir vivre και τους καλούς τρόπους να κυριαρχούν και τον αυθορμητισμό και τα συναισθήματα να απουσιάζουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά ένας θεραπευόμενος «παίζαμε την αριστοκρατική οικογένεια και είχαμε πνιγεί στον καθωσπρεπισμό». Τα παιδιά που μεγαλώνουν σε τέτοιο «αποστειρωμένο» περιβάλλον, όπου η παιδικότητα δεν επιτρέπεται να εκφραστεί γιατί η αξία δίνεται μόνο από τα επιτεύγματα, νιώθουν μεγαλώνοντας πως δεν υπάρχουν περιθώρια για αυτά να έχουν ελαττώματα και αδυναμίες. Παραμένουν «υπάκουα παιδάκια» και ως ενήλικες και περιμένουν κάποιον να τους πει τι να κάνουν.
Μαθαίνουν, λοιπόν, πως έχουν να τεντώνονται συνεχώς για αποδεικνύουν πως αξίζουν, πως είναι αρκετοί, και η ασφάλεια για αυτούς διασφαλίζεται μόνο όταν έχουν τον απόλυτο έλεγχο των καταστάσεων. Πως να εμπιστευτείς τους άλλους, όταν ξέρεις πως εσύ θα τα κάνεις όλα καλύτερα και πιο αποτελεσματικά; Πόσο εύκολο είναι όμως, να σχετιστούν στην ενήλικη ζωή; Γιατί κάποιος να επιλέξει για φίλο ή σύντροφο έναν άνθρωπο φαινομενικά τέλειο και χωρίς ψεγάδια; Δεν θα είναι κουραστικό να προσπαθεί συνεχώς να τον φτάσει;
Αυτό που δουλεύουμε στην ψυχοθεραπεία, είναι το πως θα καταφέρουν να αφήσουν πίσω την αριστεία και να επιτρέπουν πλέον στον εαυτό τους να μην χρειάζεται να είναι τέλειοι, και αυτό να μη είναι στα μάτια τους καταστροφικό αλλά λυτρωτικό. Η ελευθερία είναι πάντα το ζητούμενο, αυτή που κατακτάμε όταν συνειδητοποιούμε πως η μαθητεία έχει πλέον τελειώσει και έχουμε να υποστηρίξουμε τις αποφάσεις που εμείς επιλέγουμε για τον εαυτό μας. «Δεν θέλω πια να λειτουργώ σαν ρομπότ, αλλά σαν άνθρωπος. Δεν θέλω πια να παίζω το ρόλο που μου δόθηκε, θέλω να γράψω έναν καινούργιο, αυτόν της δικής μου ζωής», μου είπε πρόσφατα ένας θεραπευόμενος μου, ο οποίος έχει πλέον δεσμευτεί στην ελευθερία του και στην βεβαιότητα της μη τελειότητάς του.
Ηλιάνα Χρυσικάκου
Ψυχολόγος – Συστημική Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεύτρια

