Πάντα επιθυμούσε και πάντα προσπαθούσε για να τα καταφέρει. Παράλληλα, όμως, είχε και να φροντίσει, να σώσει.. Και τότε τα δικά του θέλω βυθίζονταν και ήταν πολύ βαθιά αυτή η θάλασσα, γιατί ήταν πολύ μεγάλες οι ανάγκες των άλλων. Είναι παράδοξο κι όμως τόσο ανθρώπινο, πόσο εύκολα μπορεί κάποιος να χάσει τον εαυτό του, όταν ενώ επιδιώκει να σχετιστεί με τους σημαντικούς άλλους, από την μεγάλη προσπάθεια ξεχνά να βάλει καλούς όρους για τον ίδιο. Φοβόταν πως η φωνή του δεν θα ακουγόταν, οι σχέσεις δεν θα επιβίωναν αν διεκδικούσε να ακουστεί η επιθυμία του και τότε μέσα στην «αυτοθυσία» που θα φάνταζε μια ηρωική πράξη για κάποιους, αδικούσε τον εαυτό του και όσους αγαπούσε. Τους καταδίκαζε στο λίγο, δεν μπορούσαν να αναδειχτούν τα καλά της πολυφωνίας, ακόμη κι αν αυτά προέκυπταν μέσα από διαφωνία.
«Μη σταματάς να επιθυμείς!». Είχε γίνει η σημαία που ύψωνα σε κάθε συνεδρία, ακόμα και αν φαινόταν πως πρόκειται για μια παράταιρη προτροπή, όταν οι συνθήκες ήταν πραγματικά πολύ απαιτητικές. Είναι πολύ δύσκολο να πιστέψει κάποιος που ο ρόλος του είναι φροντιστικός πως θα κερδίσει αν φροντίσει και τον εαυτό του, αν επιθυμήσει περισσότερα για τη ζωή του. Θέλει πολύ επεξεργασία και διαπραγμάτευση με τον εαυτό για να φτάσει να πιστέψει πως δικαιούται περισσότερα.
Ελλοχεύει συχνά ο φόβος πως όσοι φροντίσαμε δεν θα μας δώσουν την «ευχή» τους να πάμε καλύτερα, ίσως να τους ξεπεράσουμε κιόλας και να πετύχουμε περισσότερα. Κι αν δεν την δώσουν; Θα μείνουμε να κοιτάμε τα βυθισμένα θέλω μας, σαν ναυάγια μιας ζωής; Προϋποθέτει πολύ θάρρος η απόφαση να κάνεις αυτή τη βουτιά που θα τα ξαναφέρει στην επιφάνεια, και στη συνέχεια πολλή εμπιστοσύνη πως ότι αναδυθεί θα αξιοποιηθεί για τον εμπλουτισμό των σχέσεων. Τότε, αξίζει κάθε ανάσα..
Ηλιάνα Χρυσικάκου
Ψυχολόγος-Συστημική Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεύτρια

